Μετάφραση του "Trassierung" σε Ελληνικά
Οι χάραξη, ευθυγράμμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Trassierung" σε Ελληνικά.
Trassierung
(trassierter) Wechsel
-
χάραξη
— Trassierung der Nebengleise für das Abstellen der Züge.
— η χάραξη των βοηθητικών γραμμών για τη στάθμευση των αμαξοστοιχιών.
-
ευθυγράμμιση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Trassierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη