Μετάφραση του "Treffer" σε Ελληνικά

Οι επιτυχία, επίσκεψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Treffer" σε Ελληνικά.

Treffer noun masculine γραμματική

Ein Datensatz aus einer Datenbank, der aus einer bestimmten Abfrage resultiert. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτυχία

    noun feminine

    Der Zugriff auf die zweite Datenbank ist nur möglich, wenn ein „Treffer“ in der ersten Datenbank vorliegt.

    Η πρόσβαση στη δεύτερη βάση δεδομένων θα είναι δυνατή μόνον εάν σημειωθεί «επιτυχία» στην πρώτη.

  • επίσκεψη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Treffer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Treffer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη