Μετάφραση του "Treppe" σε Ελληνικά

Οι σκάλα, κλιμακοστάσιο, σκαλοπάτια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Treppe" σε Ελληνικά.

Treppe noun feminine γραμματική

Stiege (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκάλα

    noun feminine

    aus Stufen gebildeter Auf- oder Abgang

    Da ist die Treppe, die oben so rumgeht.

    Εκεί είναι η σκάλα που στρίβει έτσι στην κορυφή?

  • κλιμακοστάσιο

    noun neuter

    Wenn ihr bereit seid, filmt an der Treppe.

    Μόλις είστε έτοιμοι, ξεκινήστε το γύρισμα στο κλιμακοστάσιο.

  • σκαλοπάτια

    noun

    Er guckt einen direkt an, während man die Treppe hinaufsteigt.

    Με κοιτούσε στα μάτια καθώς αvέβαινα εκείvα τα σκαλοπάτια.

  • κλίμακα

    noun feminine

    Treppen müssen fest angebracht und gefahrlos begehbar sein.

    Οι κλίμακες πρέπει να είναι στερεωμένες μόνιμα και πρέπει να μπορεί κανείς να τις ανεβοκατεβαίνει χωρίς κίνδυνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Treppe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

treppe
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκαλοπάτια

    Ich hab mir mein Schlüsselbein gebrochen, als ich die Treppe an der Haltestelle runtergefallen bin.

    Eίχα σπάσει την κλείδα μου πέφτοντας από τα σκαλοπάτια εκεί.

Εικόνες με "Treppe"

Φράσεις παρόμοιες με "Treppe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Treppe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη