Μετάφραση του "Triebwagen" σε Ελληνικά

Οι Αυτοκινητάμαξα, άμαξα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Triebwagen" σε Ελληνικά.

Triebwagen noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυτοκινητάμαξα

    Schienenfahrzeug mit Zuladung und Eigenantrieb, nicht gekuppelt

  • άμαξα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Triebwagen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Triebwagen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη