Μετάφραση του "Tscheche" σε Ελληνικά

Οι Τσέχος, Τσέχα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tscheche" σε Ελληνικά.

Tscheche noun masculine γραμματική

Eine männliche Person tschecher Nationalität.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τσέχος

    noun masculine

    Wenn ich mich als Europäer fühle, bedeutet dies nicht, dass ich aufhöre, Tscheche zu sein.

    Εάν αισθάνομαι Ευρωπαίος, αυτό δεν σημαίνει ότι παύω να είμαι Τσέχος.

  • Τσέχα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tscheche " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Tscheche" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tscheche" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη