Μετάφραση του "Ufer" σε Ελληνικά

Οι όχθη, ακτή, ακρογιαλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ufer" σε Ελληνικά.

Ufer noun neuter γραμματική

Gestade (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όχθη

    noun feminine

    an einem Gewässer unmittelbar anschließende Landfläche

    Ein Mann angelte am gegenüberliegenden Ufer.

    Ένας άντρας ψάρευε στην απέναντι όχθη.

  • ακτή

    noun feminine

    Eine Linie oder Zone, wo das Land auf das Meer oder andere große Ausdehungen von Wasser trifft.

    Wir brachten sie ans Ufer, stapelten jeweils fünf übereinander und verbrannten sie.

    Βγάζαμε τα πτώματα στην ακτή, τα τοποθετούσαμε ανά πέντε το ένα πάνω στο άλλο και τα καίγαμε.

  • ακρογιαλιά

    noun feminine

    Wir gleichen manchmal jemand, der Ertrinkenden vom sicheren Ufer aus gute Ratschläge zuruft.

    Μερικές φορές είναι σαν να φωνάζουμε δίνοντας συμβουλές σε άτομα που πνίγονται, ενώ εμείς είμαστε ασφαλείς στην ακρογιαλιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γιαλός
    • παραλία
    • περιγιάλι
    • πρανές
    • ανάχωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ufer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Ufer"

Φράσεις παρόμοιες με "Ufer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στην όχθη
  • παραθαλάσσιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ufer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη