Μετάφραση του "Uhr" σε Ελληνικά
Οι ρολόι, ώρα, ωρολόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Uhr" σε Ελληνικά.
Uhr
noun
feminine
γραμματική
Zeiteisen (umgangssprachlich) [..]
-
ρολόι
noun neuterEin Gerät, das zum Messen oder Beobachten der Zeit dient.
Er möchte eine Uhr wie die Ihrige.
Αυτός θέλει ένα ρολόι σαν το δικό σας.
-
ώρα
noun feminineUhr (Uhrzeit)
Ich hole dich um fünf Uhr bei dir ab.
Θα σε πάρω από το σπίτι σου στις πέντε η ώρα.
-
ωρολόγιο
neutere) Beschädigte Kleidung und Uhr,
ε) κατεστραμμένα ενδύματα και ωρολόγιο χειρός, αμοιβή
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρολόι του χεριού
- ρολόι χεριού
- Ρολόι
- ρολόγια
- ρολόγι
- ωρολόγι
- αγρυπνία
- μία η ώρα
- το ρολόι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Uhr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Uhr"
Φράσεις παρόμοιες με "Uhr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μία η ώρα
-
είναι μια η ώρα
-
τι ώρα είναι;
-
στις 6 το πρωί
-
στις τρεις το απόγευμα
-
τι ώρα είναι;
-
όλο το 24ωρο
-
ωρολογιακός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη