Μετάφραση του "Umleitung" σε Ελληνικά

Οι παράκαμψη, ανακατεύθυνση, εκτροπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Umleitung" σε Ελληνικά.

Umleitung noun Noun feminine γραμματική

Schlenker (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράκαμψη

    noun feminine

    Was ist, wenn ich der letzte Wagen auf dieser Umleitung war?

    Αν ήμουν ο τελευταίος που μπήκε στην παράκαμψη;

  • ανακατεύθυνση

    Noun

    Zu solchen Maßnahmen könnte z. B. die Umleitung betroffener Flüge gehören.

    Τέτοια μέτρα δύνανται, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνουν την ανακατεύθυνση των επηρεαζόμενων πτήσεων.

  • εκτροπή

    Projekt für die Umleitung von Flusswasser aus der Rhône.

    Πρόγραμμα για την εκτροπή τμήματος τωνδάτων του Ροδανού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρακαμπτήριος
    • παροχέτευση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Umleitung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Umleitung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη