Μετάφραση του "Umsatz" σε Ελληνικά

Οι απόδοση, κύκλος εργασιών, τζίρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Umsatz" σε Ελληνικά.

Umsatz noun masculine γραμματική

Die Gesamtsumme der von einem Unternehmen oder ähnlichem ausgeführten Verkäufe in einem bestimmten Zeitraum.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδοση

    noun

    In der deutschen Fassung erscheint der Ausdruck Umsätze", der auf Umschlag" und Transaktionen" verweist.

    Η γερμανική απόδοση χρησιμοποιεί την έκφραση «Umsätze», που παραπέμπει σε «εμπορικές κινήσεις», σε «συναλλαγές».

  • κύκλος εργασιών

    Diese Informationen betreffen den weltweiten Umsatz, den EU-weiten Umsatz und den in den einzelnen Mitgliedstaaten erzielten Umsatz.

    Οι πληροφορίες αυτές σχετίζονται με τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών, τον κύκλο εργασιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στα επιμέρους κράτη μέλη.

  • τζίρος

    noun

    40% weniger Umsatz als letztes Jahr.

    Ο τζίρος έπεσε 40% από πέρσι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τζίρος _ μεικτό κέρδος ? ακαθάριστο κέρδος
    • τζίρος | καθαρό κέρδος
    • τζίρος | μικτό κέρδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Umsatz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Umsatz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Umsatz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη