Μετάφραση του "Umwandlung" σε Ελληνικά

Οι αναγωγή, μεταλλαγή, μεταμόρφωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Umwandlung" σε Ελληνικά.

Umwandlung noun Noun feminine γραμματική

Metamorphose (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγωγή

    noun

    Chemische Umwandlungen (Oxidation oder Reduktion) sind an beiden Enden der Trennkaskade für den Rückfluß notwendig.

    Απαιτούνται χημικές αντιδράσεις (οξείδωση και αναγωγή) και στα δύο άκρα της εν σειρά διάταξης διαχωρισμού προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη αναρροή σε κάθε άκρο.

  • μεταλλαγή

  • μεταμόρφωση

    noun

    Und diese Umwandlung wurde in der kurzen Zeit von nur wenigen Jahren erreicht.

    Και αυτή η μεταμόρφωση έγινε μέσα σε λίγα μόνο χρόνια!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετασχηματισμός
    • μετατροπή
    • μετουσίωση
    • τροπή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Umwandlung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Umwandlung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Umwandlung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη