Μετάφραση του "Umwelt-" σε Ελληνικά
Το περιβαλλοντικός είναι η μετάφραση του "Umwelt-" σε Ελληνικά.
Umwelt-
-
περιβαλλοντικός
adjectiveIn der Umwelt vorhandenes Methylquecksilber entsteht weitgehend, wenn nicht ausschließ lich durch Methylierung von mineralischem Quecksilber.
Ο περιβαλλοντικός μεθυλυδράργυρος προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, εάν όχι κατ' αποκλειστικότητα, από την μεθυλίωση ανοργάνου υδραργύρου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Umwelt- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Umwelt-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίδραση στο περιβάλλον · επιπτώσεις στο περιβάλλον · περιβαλλοντική επίπτωση
-
φυσικό περιβάλλον
-
βιοτικό περιβάλλον
-
γεωφυσικό περιβάλλον
-
αγροτικό περιβάλλον
-
φυσικό περιβάλλον
-
Περιβάλλον
-
περιβάλλον · περιβάλλον φύση · περιβαλλοντικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη