Μετάφραση του "Undankbarkeit" σε Ελληνικά

Οι αγνωμοσύνη, αχαριστία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Undankbarkeit" σε Ελληνικά.

Undankbarkeit Noun noun feminine γραμματική

Mangel an oder Abwesenheit von Dankbarkeit.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγνωμοσύνη

    noun

    Die Undankbarkeit, die die neun offenbarten, war ein schwerer Fehler.

    Η αγνωμοσύνη που εκδήλωσαν οι εννιά είναι μια σοβαρή ατέλεια.

  • αχαριστία

    noun feminine

    Die, denen ich so viel gegeben habe, zahlen es mir bloß mit Missgunst und Undankbarkeit heim.

    Αυτοί στους οποίους έχω δώσει τόσα με ξεπληρώνουν μόνο με απόρριψη και αχαριστία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Undankbarkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Undankbarkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη