Μετάφραση του "Ungeduld" σε Ελληνικά

Οι αδημονία, ανυπομονησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ungeduld" σε Ελληνικά.

Ungeduld noun Noun feminine γραμματική

Hibbeligkeit (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδημονία

    noun

    Ihre Verdrießlichkeit und Ungeduld erregte sogar den Ärger ihres liebenden Mannes.

    Ο εκνευρισμός και η αδημονία της έκαναν ακόμη και το στοργικό της σύζυγο να θυμώσει.

  • ανυπομονησία

    noun feminine

    Ich verstehe deinen Zorn, aber du musst deine Gefühle und deine Ungeduld beherrschen.

    Καταλαβαίνω το θυμό σας αλλά πρέπει να ελέγχετε τα συναισθήματά σας, την ανυπομονησία σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ungeduld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ungeduld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη