Μετάφραση του "Ungeduld" σε Ελληνικά
Οι αδημονία, ανυπομονησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ungeduld" σε Ελληνικά.
Ungeduld
noun
Noun
feminine
γραμματική
Hibbeligkeit (umgangssprachlich)
-
αδημονία
nounIhre Verdrießlichkeit und Ungeduld erregte sogar den Ärger ihres liebenden Mannes.
Ο εκνευρισμός και η αδημονία της έκαναν ακόμη και το στοργικό της σύζυγο να θυμώσει.
-
ανυπομονησία
noun feminineIch verstehe deinen Zorn, aber du musst deine Gefühle und deine Ungeduld beherrschen.
Καταλαβαίνω το θυμό σας αλλά πρέπει να ελέγχετε τα συναισθήματά σας, την ανυπομονησία σας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ungeduld " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη