Μετάφραση του "Urteil" σε Ελληνικά
Οι καταδίκη, τάξη, ένταλμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Urteil" σε Ελληνικά.
das letzte Wort (umgangssprachlich) [..]
-
καταδίκη
noun feminineGerichtsentscheidung
Und ein emotionales Urteil kann man nicht anfechten.
Kαι δεv μπoρείς vα κάvεις έφεση σε μια συvαισθηματική καταδίκη.
-
τάξη
nounNr. 2 dieser Schlußanträge). In gleichem Sinne die vom vorlegenden Gericht zitierte nationale Rechtsprechung (Urteil vom 3.
2) Τα δικαιώματα διαμονής των διακινουμένων κοινοτικών υπηκόων κατά την κοινοτική έννομη τάξη
-
ένταλμα
nounHier ist das Urteil zur Verhängung der Todesstrafe... wegen Hochverrats gegen diese Nation.
Εδώ είναι ένα ένταλμα που ζητά το θάνατο του βασιλιά για εσχάτη προδοσία ενάντια στο έθνος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαταγή
- εντολή
- καταδικαστική απόφαση
- παραγγελία
- απόφαση
- γνώμη
- ετυμηγορία
- κρίση
- απόφαση δικαστηρίου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Urteil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Urteil"
Φράσεις παρόμοιες με "Urteil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απορριπτική απόφαση
-
κρίνω
-
τελεσίδικη απόφαση
-
έκδοση της απόφασης
-
αποφασίζω · εκδίδω απόφαση
-
απόφαση του Δικαστηρίου ΕΚ
-
ομόφωνη απόφαση
-
άσκησε έφεση κατά της απόφασης