Μετάφραση του "Validierung" σε Ελληνικά
Το επικύρωση είναι η μετάφραση του "Validierung" σε Ελληνικά.
Validierung
noun
Noun
feminine
γραμματική
Evaluation (fachsprachlich)
-
επικύρωση
nounΈνδειξη της κατάστασης επικύρωσης του πόρου (boolean)
Die Validierung und Modernisierung derartiger Systeme wird allerdings noch einige Zeit dauern.
Εντούτοις, η επικύρωση και ο εκσυγχρονισμός αυτών των συστημάτων απαιτούν ακόμη χρόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Validierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη