Μετάφραση του "Veranlassung" σε Ελληνικά

Οι αφορμή, οδηγία, πρωτοβουλία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Veranlassung" σε Ελληνικά.

Veranlassung Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφορμή

    Noun
  • οδηγία

    noun

    Somit gab es keine Veranlassung, dieses Projekt gemäß den Gemeinschaftsrichtlinien öffentlich auszuschreiben.

    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αποτελεί δημόσια σύμβαση βάσει των κοινοτικών οδηγιών.

  • πρωτοβουλία

    noun feminine

    Die Freigabe erfolgt nur auf Veranlassung der Kommission.

    Η αποδέσμευσή της είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά με πρωτοβουλία της Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Veranlassung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Veranlassung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη