Μετάφραση του "Verbot" σε Ελληνικά
Οι απαγόρευση, περιορισμός, άμυνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verbot" σε Ελληνικά.
Bannstrahl (fig.) [..]
-
απαγόρευση
noun feminineDies reicht aus, um die Gebühren unter das Verbot jeglichen Abzugs fallen zu lassen.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό αρκεί για να εμπίπτουν τα τέλη στην απαγόρευση οποιασδήποτε κρατήσεως.
-
περιορισμός
noun masculineEine Richtlinie über das Verbot der Haltung tragender Sauen in Einzelbuchten datiert von Juni 2001.
Τον Ιούνιο 2001, εγκρίθηκε οδηγία που απαγορεύει τη διατήρηση των κυοφορουσών χοιρομητέρων σε διαρκή στενό περιορισμό.
-
άμυνα
noun feminine -
ποτοαπαγόρευση
noun feminineHerrn Andersson dürfte das damals als prohibition bezeichnete Verbot bekannt sein.
Ο κύριος Andersson θα γνωρίζει τι σημαίνει η λεγόμενη ποτοαπαγόρευση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verbot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"verbot" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το verbot στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Verbot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγορεύεται η στάθμευση!
-
αστυνομική απαγόρευση
-
αθέμιτος · απαγορευμένος · απαγορεύεται · απαγορεύεται το · απαγορεύω
-
απαγορεύεται η είσοδος!
-
Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων
-
προληπτική απαγόρευση με επιφύλαξη άδειας
-
απαγορεύω
-
προληπτική απαγόρευση