Μετάφραση του "Verdampfen" σε Ελληνικά
Οι εξάτμιση, εξατμίζομαι, εξατμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verdampfen" σε Ελληνικά.
Verdampfen
noun
neuter
γραμματική
-
εξάτμιση
noun feminineμορφή εξαέρωσης
In diesen Fällen sollte das Lösungsmittel vor dem Mischen mit dem Boden durch Verdampfen entfernt werden.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο διαλύτης θα πρέπει να απομακρύνεται με εξάτμιση πριν από την ανάμειξη με το έδαφος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verdampfen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
verdampfen
verb
γραμματική
zerstäuben (umgangssprachlich) [..]
-
εξατμίζομαι
-
εξατμίζω
verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη