Μετάφραση του "Verdoppelung" σε Ελληνικά
Οι αναδιπλασιασμός, διπλασιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verdoppelung" σε Ελληνικά.
Verdoppelung
Noun
noun
feminine
γραμματική
Mitose (i.e.S. Zellteilung) (fachsprachlich)
-
αναδιπλασιασμός
Noun -
διπλασιασμός
NounEine Verdoppelung des bestehenden Jahreszollkontingents sollte zugelassen werden.
Θα πρέπει να επιτραπεί ο διπλασιασμός της υφιστάμενης ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verdoppelung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη