Μετάφραση του "Verdunkelung" σε Ελληνικά
Οι έκλειψη, συσκότιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verdunkelung" σε Ελληνικά.
Verdunkelung
noun
feminine
-
έκλειψη
noun feminineEine Verdunkelung des Herzens
Έκλειψη μες την καρδιά
-
συσκότιση
Die hügelige Landschaft lag wegen der kriegsbedingten Verdunkelung still und unberührt da, gelegentlich schimmerte sie im Mondlicht.
Το ορεινό τοπίο, τυλιγμένο στη συσκότιση του πολέμου, ήταν γαλήνιο και ατάραχο, και λαμπύριζε κάπου-κάπου στο φως του φεγγαριού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verdunkelung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη