Μετάφραση του "Vergiftung" σε Ελληνικά

Οι δηλητηρίαση, ρύπανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vergiftung" σε Ελληνικά.

Vergiftung noun Noun feminine γραμματική

Intoxikation (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δηλητηρίαση

    noun

    toxischer Effekt eines biologischen oder chemischen Mittels

    Scheint, als hätten wir noch eine weitere Vergiftung.

    Φαίνεται ότι έχουμε ακόμα μία δηλητηρίαση στα χέρια μας.

  • ρύπανση

    noun

    Auch die chemische Vergiftung leistet ihren Beitrag zum großen Sterben.

    Και η χημική ρύπανση συμβάλλει επίσης στο φόρο αίματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Vergiftung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Vergiftung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Vergiftung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη