Μετάφραση του "Verstimmung" σε Ελληνικά

Οι δυσαρέσκεια, δυσφορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verstimmung" σε Ελληνικά.

Verstimmung Noun γραμματική

Grant (bayr.) (österr.) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσαρέσκεια

    noun

    Uneinigkeit hingegen ist häßlich und führt unter Bekannten zu Verstimmung, Haß und Entfremdung.

    Η έλλειψη ενότητας, εξάλλου, είναι άσχημη και καταλήγει σε δυσαρέσκεια, μίσος, και ρήξη μεταξύ συντρόφων.

  • δυσφορία

    noun feminine

    Muß aber die Tatsache, daß es Frauen nicht gestattet ist, in der Versammlung zu lehren, unweigerlich zu Enttäuschung und Verstimmung führen?

    Μήπως το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν διδάσκουν στην εκκλησία χρειάζεται να προξενήσει απογοήτευση και δυσφορία;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verstimmung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verstimmung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη