Μετάφραση του "Vogel" σε Ελληνικά

Οι πουλί, πτηνό, πουλάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vogel" σε Ελληνικά.

Vogel noun proper masculine γραμματική

Piepmatz (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πουλί

    noun neuter

    Ein zweifüßiges, warmblütiges Wirbeltier der Klasse Aves, das Eier legt und Flügel hat, die die meisten Arten zum Fliegen befähigt.

    Ein Pinguin ist ein Vogel, der nicht fliegen kann.

    Ο πιγκουίνος είναι πουλί που δεν μπορεί να πετάξει.

  • πτηνό

    noun neuter

    Die Proben werden von verschiedenen Arten wild lebender Vögel entnommen.

    Λαμβάνονται δείγματα από διάφορα είδη πτηνών που ζουν στην ύπαιθρο.

  • πουλάκι

    noun neuter

    Ein kleiner Vogel sagte mir, dass du mich sprechen möchtest.

    Ένα πουλάκι μου είπε πως θέλεις να μου μιλήσεις.

  • τύπος

    noun masculine

    Oder wir folgen meiner Theorie, die da lautet, dass es der hässlichste Vogel war.

    Ή σύμφωνα με τη θεωρία μου, την οποία την έκανε ο πιο βίαιος τύπος..

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Vogel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Vogel"

Φράσεις παρόμοιες με "Vogel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Vogel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη