Μετάφραση του "Volumen" σε Ελληνικά

Το όγκος είναι η μετάφραση του "Volumen" σε Ελληνικά.

Volumen noun Noun neuter γραμματική

Größe des dreidimensionalen Raums, den ein Gegenstand einnimmt

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όγκος

    noun masculine

    η ποσότητα του χώρου που καταλαμβάνει ένα αντικείμενο [..]

    Auf diese Weise wächst das Volumen der Handelsspanne im gleichen Maße wie das Volumen des Güterstroms.

    Έτσι, ο όγκος του περιθωρίου αυξάνεται όσο αυξάνεται ο όγκος της ροής του αγαθού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Volumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Volumen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Volumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη