Μετάφραση του "Vorteil" σε Ελληνικά

Οι κέρδος, πλεονέκτημα, Πλεονέκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vorteil" σε Ελληνικά.

Vorteil noun masculine γραμματική

Benefit (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέρδος

    noun neuter

    Eine nachträgliche Änderung der Höhe des Vorteils ist daher nicht möglich.

    Συνεπώς, δεν υπάρχει πιθανότητα αναδρομικής τροποποίησης του επιπέδου κέρδους.

  • πλεονέκτημα

    noun neuter

    Manche meinen, sie sei eher ein Hindernis als ein Vorteil.

    Κάποιοι θα έλεγαν ότι είναι περισσότερο εμπόδιο παρά πλεονέκτημα.

  • Πλεονέκτημα

    der Vorteil (e)

    Manche meinen, sie sei eher ein Hindernis als ein Vorteil.

    Κάποιοι θα έλεγαν ότι είναι περισσότερο εμπόδιο παρά πλεονέκτημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όφελος
    • αβάντα
    • ωφέλεια
    • ωφέλημα
    • αβαντάζ
    • συμφέρον
    • απολαβή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Vorteil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

vorteil
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεονέκτημα

    noun neuter

    Manche meinen, sie sei eher ein Hindernis als ein Vorteil.

    Κάποιοι θα έλεγαν ότι είναι περισσότερο εμπόδιο παρά πλεονέκτημα.

  • απολαβή

    Noun

    Bei jedem in der Zwischenzeit erlangten Vorteil besteht daher die Gefahr eines entsprechenden Abzugs. Die Entschädigung nach Art.

    Επομένως, οποιαδήποτε απολαβή κατά την ενδιάμεση περίοδο κινδυνεύει να καταστεί αντικείμενο συμψηφισμού.

Φράσεις παρόμοιες με "Vorteil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Vorteil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη