Μετάφραση του "Waffen" σε Ελληνικά

Οι οπλισμός, Όπλα, άρματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Waffen" σε Ελληνικά.

Waffen noun
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπλισμός

    noun masculine

    Waffen waren nie Teil dieser Gleichung.

    Ο οπλισμός ποτέ δεν ήταν μέρος της εξίσωσης.

  • Όπλα

    Richte deine Waffe nicht auf mich.

    Μη στρέφεις το όπλο σου πάνω μου.

  • άρματα

    noun n-p

    Panzerkampfwagen und andere selbstfahrende gepanzerte Kampffahrzeuge, auch mit Waffen; Teile dafür

    Μηχανοκίνητα άρματα και άλλα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης και μέρη τους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Waffen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Waffen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Waffen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη