Μετάφραση του "Waise" σε Ελληνικά
Οι ορφανός, πεντάρφανος, ορφανό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Waise" σε Ελληνικά.
Waise
noun
Noun
feminine
γραμματική
Vers in einem Gedicht, der sich mit keinem anderen Vers reimt.
-
ορφανός
noun masculineUnd wenn mir die Sache komisch vorkommt, wirst du eine Waise sein.
Και αν μου μυρίσει κάτι περίεργο, θα μείνεις ορφανός.
-
πεντάρφανος
noun masculine -
ορφανό
noun adjectiveDie haben mich die ganze Zeit weitergeschickt, ich bin so ähnlich wie diese Waise!
Από τότε, με πασάρουν απ'τον έναν στον άλλο, σαν να είμαι ορφανό.
-
oρφαvό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Waise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Waise"
Φράσεις παρόμοιες με "Waise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μένω ορφανός
-
ορφανός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη