Μετάφραση του "Wald" σε Ελληνικά

Οι δάσος, δρυμός, άλσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wald" σε Ελληνικά.

Wald noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάσος

    noun neuter

    πυκνή συστάδα δένδρων που καλύπτει σχετικά μεγάλη περιοχή

    Dieser Wald ist sehr dicht.

    Αυτό το δάσος είναι πολύ πυκνό.

  • δρυμός

    noun masculine

    Der Imataca-Wald wurde 1961 per Gesetz zum Naturschutzgebiet erhoben.

    Οι εθνικοί δρυμοί της Imataca δημιουργήθηκαν με νόμο του 1961 και από τότε στον τόπο αυτό λαμβάνουν χώρα υλοτομικές και μεταλλευτικές δραστηριότητες.

  • άλσος

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξύλο
    • δασότοπος
    • Δάσος
    • ξυλεία
    • αναδασώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wald " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Wald"

Φράσεις παρόμοιες με "Wald" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wald" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη