Μετάφραση του "Waldwirtschaft" σε Ελληνικά

Οι δασική οικονομία, δασοκομία, δασοκομική πρακτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Waldwirtschaft" σε Ελληνικά.

Waldwirtschaft
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασική οικονομία

    noun
  • δασοκομία

    Schweinemast und Waldwirtschaft waren ehemals wichtige Stützpfeiler der Landwirtschaft.

    Η χοιροτροφία και η δασοκομία αποτελούσαν πυλώνες της αγροτικής οικονομίας.

  • δασοκομική πρακτική

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Waldwirtschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Waldwirtschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη