Μετάφραση του "Wechsel" σε Ελληνικά

Οι συναλλαγματική, αλλαγή, ανταλλαγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wechsel" σε Ελληνικά.

Wechsel noun masculine γραμματική

(trassierter) Wechsel [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναλλαγματική

    noun feminine

    Der Wechsel kann dem Unternehmen nur mit Zustimmung der Kommission zurückgegeben werden.

    Η συναλλαγματική μπορεί να επιστραφεί στην επιχείρηση μόν κατόπιν εντολής της Επιτροπής.

  • αλλαγή

    noun

    Wie schnell dieser Wechsel vor sich gegangen ist, zeigt folgende Erfahrung eines Bruders.

    Η εμπειρία που είχε κάποιος αδελφός δείχνει παραστατικά πόσο αστραπιαία ήταν αυτή η αλλαγή.

  • ανταλλαγή

    Noun

    Wenn du den Wechsel in die Wege leiten kannst, gehört der Tunnel dir.

    Αν μπορείς να κανονίσεις την ανταλλαγή, το τούνελ είναι δικό σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραμμάτιο
    • εναλλαγή
    • μετάπτωση
    • πιστωτικός τίτλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wechsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wechsel verb
+ Προσθήκη

"wechsel" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το wechsel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Wechsel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wechsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη