Μετάφραση του "Wecker" σε Ελληνικά
Οι ξυπνητήρι, Ξυπνητήρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wecker" σε Ελληνικά.
Wecker
noun
Noun
proper
masculine
γραμματική
Uhr, die so eingestellt werden kann, dass sie zu einer bestimmten Zeit läutet.
-
ξυπνητήρι
noun neuterWeckeruhr [..]
Sie hat den Wecker nicht gehört.
Αυτή δεν άκουσε το ξυπνητήρι.
-
Ξυπνητήρι
Sie hat den Wecker nicht gehört.
Αυτή δεν άκουσε το ξυπνητήρι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wecker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Wecker"
Φράσεις παρόμοιες με "Wecker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλείνω το ξυπνητήρι
-
σταματώ το ξυπνητήρι
-
Ξυπνητήρι · ξυπνητήρι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη