Μετάφραση του "Werk" σε Ελληνικά

Οι έργο, εργασία, δημιούργημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Werk" σε Ελληνικά.

Werk noun neuter γραμματική

Das, was gemacht worden ist. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έργο

    noun feminine neuter

    ξεχωριστή διανοητική ή καλλιτεχνική δημιουργία

    Menschen sollten ihn nicht durch eigennützige Werke verunreinigen.

    Δεν έπρεπε να τη μολύνουν με ιδιοτελή έργα.

  • εργασία

    noun feminine

    Deardon war meine Entdeckung, daher fühle ich etwas Besitz an seinem Werk.

    Ο Ντίαρτον ήταν ανακάλυψή μου, έτσι νιώθω πρωτοπόρος σχετικά με την εργασία του.

  • δημιούργημα

    noun neuter

    Unendlich viele wertvolle Werke menschlichen Geistes sind zugrunde gegangen und vergessen.

    Αναρίθμητα αξιόλογα δημιουργήματα ανθρωπίνων διανοιών απωλέσθησαν κι ελησμονήθησαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημιουργία
    • μηχανισμός
    • πλάσμα
    • πράξη
    • πόνημα
    • άθλος
    • αγγαρεία
    • εργοστάσιο
    • δουλειά
    • πράγμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Werk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Werk"

Φράσεις παρόμοιες με "Werk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Werk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη