Μετάφραση του "Wiedererlangung" σε Ελληνικά

Οι ανάκτηση, επανάκτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wiedererlangung" σε Ελληνικά.

Wiedererlangung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάκτηση

    noun

    Ausführliche Beschreibung der Maßnahmen, die zur unverzüglichen und erfolgreichen Wiedererlangung der Beihilfe eingeleitet wurden bzw. geplant sind.

    Να περιγράψετε τα μέτρα που προβλέπονται ή έχουν ήδη ληφθεί για την άμεση και έμπρακτη ανάκτηση των ενισχύσεων.

  • επανάκτηση

    Die Richtlinie regelt nicht das Verfahren zur Wiedererlangung einer entzogenen Lizenz.

    Η οδηγία δεν προβλέπει διαδικασία για την επανάκτηση αφαιρεθείσας αδείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wiedererlangung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wiedererlangung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη