Μετάφραση του "Wiederverkauf" σε Ελληνικά

Οι επαναπώληση, μεταπώληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wiederverkauf" σε Ελληνικά.

Wiederverkauf noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαναπώληση

    Der Wiederverkauf auf dem Binnenmarkt hat in dem genannten Zeitraum stark zugenommen.

    Κατά την ίδια περίοδο αυξήθηκε σημαντικά η επαναπώληση στην εσωτερική αγορά.

  • μεταπώληση

    Dienstleistungen für den Wiederverkauf, die nicht unter 6.6 und 7.4 fallen

    Υπηρεσίες που αγοράζονται για μεταπώληση, πλην των σημείων 6.6 και 7.4

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wiederverkauf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wiederverkauf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη