Μετάφραση του "Winkel" σε Ελληνικά

Το γωνία είναι η μετάφραση του "Winkel" σε Ελληνικά.

Winkel noun masculine γραμματική

Fase (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γωνία

    noun feminine

    mathematische Größe in der Geometrie

    Ja, und ausgehend von dem Winkel, kann er sich die nicht selbst beigebracht haben.

    Ναι, και κρίνοντας από τη γωνία, δεν θα μπορούσε να το έχει κάνει ο ίδιος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Winkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Winkel"

Φράσεις παρόμοιες με "Winkel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Winkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη