Μετάφραση του "Wirken" σε Ελληνικά
Οι πράξη, ενεργώ, επενεργώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wirken" σε Ελληνικά.
Wirken
Noun
γραμματική
-
πράξη
noun femininePraktisch wirkt sich das so aus, daß sich auch die Händler ihrer Pflichten nicht bewußt sind.
Στην πράξη, και οι διανομείς αγνοούν τις υποχρεώσεις τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wirken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
wirken
verb
γραμματική
schaffen (schwäb.) (umgangssprachlich) [..]
-
ενεργώ
verbEr wird auch zugunsten ihrer Befreiung gewirkt haben.
Θα έχη επίσης ενεργήσει για την απελευθέρωσί των.
-
επενεργώ
-
λειτουργώ
verbMindestens eines davon soll auf das Vorderrad und mindestens eines auf das Hinterrad wirken.
Τουλάχιστον ένα πρέπει να λειτουργεί επί του εμπρόσθιου τροχού και ένα επί του οπίσθιου τροχού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δείχνω
- επιδρώ
- φαίνομαι
- εργάζομαι
- δρω
Φράσεις παρόμοιες με "Wirken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άστο να σε επηρεάσει
-
ο θεός μπορεί να κάνει θαύματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη