Μετάφραση του "Wirkung" σε Ελληνικά

Οι αποτελέσματα, επιπτώσεις, συνέπειες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wirkung" σε Ελληνικά.

Wirkung noun feminine γραμματική

Konsequenz oder Resultat einer Tat. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελέσματα

    noun

    Eine zu niedrige MIF würde laut Visa zwar die entgegengesetzte Wirkung, jedoch das gleiche Endergebnis haben.

    Μια πολύ χαμηλή πολυμερής διατραπεζική προμήθεια θα είχε αντίθετη δράση, αλλά το ίδιο τελικό αποτέλεσμα.

  • επιπτώσεις

    Insbesondere ist bereits festgestellt worden, daß die Bestimmungen über die grenzueberschreitende Wirkung eingehender Beachtung bedürfen.

    Ειδικότερα, αναγνωρίζεται ότι οι διατάξεις για τις διασυνοριακές επιπτώσεις αποτελούν ένα ζήτημα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

  • συνέπειες

    noun

    Die Aufrechnung sei daher von ihren Wirkungen her neutral.

    Επομένως, ο συμψηφισμός είναι ουδέτερος ως προς τις συνέπειες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποτέλεσμα
    • επίδραση
    • αιτιατό
    • δράση
    • ενέργεια
    • συνέπεια
    • Παρενέργεια
    • πραγματοποίηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wirkung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Wirkung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wirkung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη