Μετάφραση του "Wohnung" σε Ελληνικά
Οι διαμέρισμα, κατοικία, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wohnung" σε Ελληνικά.
Wohnung
noun
feminine
γραμματική
Bude (umgangssprachlich) [..]
-
διαμέρισμα
noun neuterEr hat eine Wohnung.
Μένει σ' ένα διαμέρισμα.
-
κατοικία
noun feminineIch muss eine Wohnung suchen.
Πρέπει να ψάξω για κατοικία.
-
σπίτι
noun neuterHey, könn wir bei meiner Wohnung vorbei dann kann ich noch ein paar sachen einpacken, okay?
Πρέπει να περάσουμε απ'το σπίτι μου, να πάρω μερικά πράγματα ακόμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπιτικό
- οίκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wohnung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Wohnung"
Φράσεις παρόμοιες με "Wohnung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωμα στέγασης
-
δεν έχει χρήματα για ένα διαμέρισμα, πόσο μάλλον για ένα σπίτι
-
έξωση
-
σπιτονοικοκύρης
-
απαραβίαστο της κατοικίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη