Μετάφραση του "Zipfel" σε Ελληνικά

Οι ακμή, αιχμή, μύτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Zipfel" σε Ελληνικά.

Zipfel noun masculine γραμματική

Das männliche Geschlechtsorgan für Kopulation und Harndrang, der rohrförmige Abschnitt der männlichen Genitalien (mit Ausnahme des Hodensacks)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακμή

    noun
  • αιχμή

    noun feminine
  • μύτη

    noun

    Ohren, Zunge und Zipfel sind mir egal.

    Αυτιά, μύτη ή το πουλί σου, εμένα το ίδιο μου κάνει.

  • πέος

    noun neuter

    Willy [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Zipfel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Zipfel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη