Μετάφραση του "Zufluss" σε Ελληνικά

Οι εισροή, παροχή, αναρρόφηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Zufluss" σε Ελληνικά.

Zufluss noun masculine γραμματική

Fluss, der in einen anderen, größeren Fluss oder in ein anderes Gewässer fließt. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισροή

    noun feminine

    Wir müssen das Unwesentliche aus unseren Leben entfernen und wir müssen lernen, den Zufluss zu begrenzen.

    Πρέπει να κόψουμε τα περιττά από τις ζωές μας, και πρέπει να μάθουμε να σταματάμε την εισροή.

  • παροχή

  • αναρρόφηση

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Zufluss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Zufluss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη