Μετάφραση του "abbrechen" σε Ελληνικά
Οι κόβω, διακόπτω, ακύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbrechen" σε Ελληνικά.
abbrechen
verb
γραμματική
zurückrudern (fig.) (umgangssprachlich) [..]
-
κόβω
verb -
διακόπτω
verbDie Verbindung mit dem Zweigbüro mag vorübergehend abbrechen.
Η επαφή με το γραφείο τμήματος μπορεί προσωρινά να διακοπεί.
-
ακύρωση
noun feminineWas hat das damit zu tun, dass sie das Biochemieexamen abgebrochen haben?
Τι σχέση έχει αυτό με την ακύρωση των Βιοχημικών εξετάσεων;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατεδαφίζω
- σπάζω
- σταματώ
- αποχώρηση
- ματαιώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abbrechen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abbrechen
Noun
γραμματική
-
Άκυρο
Nein, ich sagte abbrechen!
' Όχι, γαμώτο, είπα άκυρο!
Φράσεις παρόμοιες με "abbrechen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκρεμίζω τις γέφυρες · κόβω τις γέφυρες
-
διακόπτω την εγκυμοσύνη
-
οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη