Μετάφραση του "abbrechen" σε Ελληνικά

Οι κόβω, διακόπτω, ακύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbrechen" σε Ελληνικά.

abbrechen verb γραμματική

zurückrudern (fig.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb
  • διακόπτω

    verb

    Die Verbindung mit dem Zweigbüro mag vorübergehend abbrechen.

    Η επαφή με το γραφείο τμήματος μπορεί προσωρινά να διακοπεί.

  • ακύρωση

    noun feminine

    Was hat das damit zu tun, dass sie das Biochemieexamen abgebrochen haben?

    Τι σχέση έχει αυτό με την ακύρωση των Βιοχημικών εξετάσεων;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατεδαφίζω
    • σπάζω
    • σταματώ
    • αποχώρηση
    • ματαιώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abbrechen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abbrechen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άκυρο

    Nein, ich sagte abbrechen!

    ' Όχι, γαμώτο, είπα άκυρο!

Φράσεις παρόμοιες με "abbrechen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abbrechen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη