Μετάφραση του "abermals" σε Ελληνικά

Οι ξανά, πάλι, εκ νέου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abermals" σε Ελληνικά.

abermals adverb

Zuvor schon geschehen seiend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξανά

    adverb

    Dann fanden wir einen Pfad und die Welt änderte sich abermals.

    Τότε βρήκαμε ένα μονοπάτι, και ο κόσμος άλλαξε ξανά.

  • πάλι

    noun

    Ich sehe, dass wir uns abermals im Krieg mit der Feuerwehr befinden.

    Βλέπω είμαστε πάλι σε πόλεμο με τη πυροσβεστική.

  • εκ νέου

    adverb

    Juli 1997 verlangte die Kommission abermals die Rückzahlung des Vorschusses.

    Στις 4 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή απαίτησε εκ νέου με έγγραφο την επιστροφή της προκαταβολής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abermals " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abermals" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη