Μετάφραση του "abfaulen" σε Ελληνικά
Το σαπίζω είναι η μετάφραση του "abfaulen" σε Ελληνικά.
abfaulen
Sich aufgrund von Fäulnis zersetzen oder ablösen.
-
σαπίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abfaulen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη