Μετάφραση του "abgehen" σε Ελληνικά

Οι αναχωρώ, φεύγω, βγαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgehen" σε Ελληνικά.

abgehen verb γραμματική

in Schwung kommen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναχωρώ

    verb

    Ort, Datum und Uhrzeit der Abfahrt (der Ort, von dem der Transport abgehen soll).

    τόπος, ημερομηνία και ώρα αναχώρησης (τόπος από τον οποίο προγραμματίζεται να αναχωρήσει μια μεταφορά).

  • φεύγω

    verb

    Die Schule war nicht auf meine Bedürfnisse eingestellt, und daher mußte ich abgehen.

    Το ινστιτούτο δεν ήταν κατάλληλα εξοπλισμένο για να καλύψει τις ανάγκες μου, και έτσι έπρεπε να φύγω.

  • βγαίνω

    verb

    Keine Sorge, er wird nach ein paar Wochen abgehen.

    Μην ανησυχείς, θα βγει σε μερικές βδομάδες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στρίβω
    • άδεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abgehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abgehen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Abgehen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abgehen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abgehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη