Μετάφραση του "ablecken" σε Ελληνικά
Το γλείφω είναι η μετάφραση του "ablecken" σε Ελληνικά.
ablecken
Verb
γραμματική
abschlabbern (umgangssprachlich)
-
γλείφω
Verb verbIch bin zu alt zum Aufkochen, kann aber den Löffel ablecken, das ist mal sicher.
Μπορει να ειμαι πολύ γέρος για να ανακατεύω τη σάλτσα, αλλά μπορώ ακόμα να γλείφω το κουτάλι, ότι είναι κακο σίγουρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ablecken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη