Μετάφραση του "ablecken" σε Ελληνικά

Το γλείφω είναι η μετάφραση του "ablecken" σε Ελληνικά.

ablecken Verb γραμματική

abschlabbern (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλείφω

    Verb verb

    Ich bin zu alt zum Aufkochen, kann aber den Löffel ablecken, das ist mal sicher.

    Μπορει να ειμαι πολύ γέρος για να ανακατεύω τη σάλτσα, αλλά μπορώ ακόμα να γλείφω το κουτάλι, ότι είναι κακο σίγουρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ablecken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ablecken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη