Μετάφραση του "ableiten" σε Ελληνικά

Οι συμπεραίνω, συνάγω, διοχετεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ableiten" σε Ελληνικά.

ableiten verb γραμματική

schließen (aus) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπεραίνω

    verb

    16 – Wie ich aus dem Gebrauch der Wendung „comprenderá en particular“ in dem Artikel ableite.

    16 – Σύμφωνα με αυτό που συμπεραίνω από τη χρήση της φράσης «περιλαμβάνει ιδίως» του άρθρου αυτού.

  • συνάγω

    verb

    Was lässt sich aus dieser Rechtsprechung für den vorliegenden Fall ableiten?

    Τα συμπεράσματα που συνάγονται από την εν λόγω νομολογία όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση είναι τα ακόλουθα.

  • διοχετεύω

    verb
  • παράγω

    verb

    Beschreibung, wie und von wem die geografische Lage der Adresse geschaffen oder abgeleitet wurde.

    Περιγραφή του τρόπου και του προσώπου που δημιούργησε ή παρήγαγε τη γεωγραφική θέση της διεύθυνσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ableiten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ableiten Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Ableiten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ableiten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "ableiten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ableiten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη