Μετάφραση του "ablichten" σε Ελληνικά

Οι φωτογραφίζω, φωτοτυπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ablichten" σε Ελληνικά.

ablichten

schießen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτογραφίζω

    verb

    Von jemandem oder etwas eine Fotografie machen.

  • φωτοτυπώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ablichten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ablichten"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ablichten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη