Μετάφραση του "abrupt" σε Ελληνικά

Οι ξαφνικός, απότομος, ξαφνικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abrupt" σε Ελληνικά.

abrupt adjective γραμματική

über Nacht (auch fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαφνικός

    adjective masculine

    Schnell und ohne Vorwarnung geschehend.

  • απότομος

    adjective masculine
  • ξαφνικά

    adverb

    Auf plötzliche und unerwartete Weise.

    Wie der Fossilbericht zeigt, sind die Hauptgruppen der Tiere abrupt aufgetreten und im Wesentlichen unverändert geblieben.

    Το αρχείο των απολιθωμάτων δείχνει ότι οι κύριες ομάδες ζώων εμφανίστηκαν ξαφνικά και έχουν μείνει ουσιαστικά αναλλοίωτες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξαφνική
    • ξαφνικό
    • αιφνιδίως
    • απότομα
    • κοφτός
    • Τραχύς
    • αιφνίδιος
    • αποτόμως
    • απροσδόκητος
    • απόκρημνος
    • ασυνεχής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abrupt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abrupt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη