Μετάφραση του "abschneiden" σε Ελληνικά

Οι κόβω, ακρωτηριάζω, αποκόβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abschneiden" σε Ελληνικά.

abschneiden verb γραμματική

absäbeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb

    Einen Einschnitt erzeugen (Zum Beispiel mit einem Messer). [..]

    Einen von ihnen loszulassen, fühlt sich an, wie einen meiner Arme abzuschneiden.

    Το να αφήσω έναν από εκείνους είναι σαν κόβω ένα από τα χέρια μου.

  • ακρωτηριάζω

    verb
  • αποκόβω

    Verb verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκόπτω
    • πηγαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abschneiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abschneiden Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκοπή

    Noun

    Ich kochte sie zusammen mit einer Schere, die ich zum Abschneiden der Nabelschnur brauchte, in Wasser ab.

    Την έβρασα σε νερό μαζί μ’ ένα ψαλίδι για την αποκοπή του ομφαλίου λώρου.

Φράσεις παρόμοιες με "abschneiden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abschneiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη