Μετάφραση του "aburteilen" σε Ελληνικά

Το καταδικάζω είναι η μετάφραση του "aburteilen" σε Ελληνικά.

aburteilen

verurteilen (zu)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδικάζω

    Demnach befindet sich der Betroffene in Untersuchungshaft, bevor er nach den geltenden Regelungen „abgeurteilt“ wird.

    Επομένως, εξ ορισμού, επιβάλλεται προτού κάποιος «καταδικαστεί αμετάκλητα» σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aburteilen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aburteilen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη